γαστρίμαργος

γαστρῐ-μαργος, ον,
A gluttonous (cf. λαίμαργος), Pi.O. 1.52, Arist.EN<*>118b19, Xanth.12, Cerc.16.2, Nic.Dam.p.22 D., etc.: [comp] Sup.

-ότατα, θηρία Ph.2.22

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γαστρίμαργος — gluttonous masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαστρίμαργος — η, ο (AM γαστρίμαργος, ον) λαίμαργος, αυτός που τρώει πολύ και δεν χορταίνει. [ΕΤΥΜΟΛ. < γαστήρ ( στρός) + μαργος < μάργος «άπληστος, αδηφάγος»] …   Dictionary of Greek

  • γαστριμαργότατα — γαστρίμαργος gluttonous adverbial superl γαστρίμαργος gluttonous neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαστριμάργως — γαστρίμαργος gluttonous adverbial γαστρίμαργος gluttonous masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαστρίμαργον — γαστρίμαργος gluttonous masc/fem acc sg γαστρίμαργος gluttonous neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαστριμάργοις — γαστρίμαργος gluttonous masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαστριμάργου — γαστρίμαργος gluttonous masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαστριμάργους — γαστρίμαργος gluttonous masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαστριμάργων — γαστρίμαργος gluttonous masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαστριμάργῳ — γαστρίμαργος gluttonous masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαστρίμαργα — γαστρίμαργος gluttonous neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.